Οι Νέες Κατευθυντήριες Οδηγίες για το Διαβήτη – 2026
Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία (ΕΔΕ, HDA)
Με την ολοκλήρωση του 24ου Πανελληνίου Διαβητολογικού Συνεδρίου από την Ε.Δ.Ε., ανακοινώθηκαν οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες που περιλαμβάνουν τις τελευταίες τεκμηριωμένες συστάσεις για την πρόληψη και τη διαχείριση του ασθενή με σακχαρώδη διαβήτη.
Το αρχείο των νέων οδηγιών σε μορφή pdf, μπορείτε να το κατεβάσετε:
- είτε από τον επίσημο σύνδεσμο της ΕΔΕ (download)
– Ιστοσελίδα οδηγιών 
- είτε από τον ιστότοπο μας με ασφαλή και κρυπτογραφημένη μετάδοση: private server (download)

Σύνοψη των αναθεωρήσεων των Κατευθυντήριων Οδηγιών για το 2026
(απόσπασμα από την έκδοση, σελίδες 1 -5, αντιστοίχιση: σελίδες 21 -25 στο αρχείο pdf)
Η αναθεωρημένη έκδοση των Κατευθυντήριων Οδηγιών της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας (ΕΔΕ) για το 2026 ενσωματώνει νεότερα επιστημονικά δεδομένα και επικαιροποιεί επιλεγμένα κεφάλαια με στόχο την καλύτερη εναρμόνιση της καθημερινής κλινικής πράξης με τις σύγχρονες εξελίξεις στη διάγνωση, παρακολούθηση και θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη (ΣΔ). Σε σχέση με την έκδοση 2025, ενισχύεται η προσέγγιση του διαβήτη ως ετερογενούς νοσήματος, με μεγαλύτερη έμφαση στη διάγνωση
και ταξινόμηση διαφορετικών μορφών διαβήτη, καθώς και στα στάδια του προσυμπτωματικού σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1). Παράλληλα, διευρύνεται το πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του ατόμου με διαβήτη, με ενσωμάτωση νεότερων εργαλείων εκτίμησης καρδιαγγειακού κινδύνου και συστηματική αναφορά σε σημαντικές συννοσηρότητες, όπως η μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσος του ήπατος, η οστεοπόρωση και η σαρκοπενία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στον αυξανόμενο ρόλο της τεχνολογίας στον διαβήτη, με μεγαλύτερη ενσωμάτωση των δεδομένων της συνεχούς καταγραφής γλυκόζης στην καθημερινή κλινική πρακτική. Παράλληλα, ενισχύεται η σημασία της εκπαίδευσης και υποστήριξης στην αυτοφροντίδα, με αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και υβριδικών μοντέλων φροντίδας. Τέλος, η νέα έκδοση περιλαμβάνει και θεματικές αναδιαρθρώσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την προσθήκη ενός νέου κεφαλαίου αφιερωμένο στη σχέση ΣΔ και ύπνου.
Οι σημαντικότερες αλλαγές συνοψίζονται ως εξής:
• Αναλυτικότερη αναφορά στη γλυκόζη της 1ης ώρας κατά τη δοκιμασία ανοχής γλυκόζης (OGTT) εκτός εγκυμοσύνης, ως δείκτη αυξημένου μεταβολικού και καρδιαγγειακού κινδύνου. Τιμές ≥155 mg/dL έχει δειχθεί ότι συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης σε ΣΔτ2 και καρδιαγγειακή νόσο, υποδηλώνοντας πρώιμη δυσλειτουργία των β-κυττάρων, ακόμη και αν οι τιμές νηστείας και 2ώρου είναι φυσιολογικές με βάση τα κλασικά κριτήρια. Ωστόσο, η μέτρηση της γλυκόζης 1ης ώρας δεν αποτελεί προς το παρόν διαγνωστικό κριτήριο για τον ΣΔ ή τον προδιαβήτη και η χρήση της περιορίζεται κυρίως σε ερευνητικά πρωτόκολλα ή σε εξειδικευμένη κλινική εκτίμηση από ειδικούς (καθώς και κατά τη διάγνωση του ΣΔ της κύησης).
• Ενσωμάτωση της χρήσης της HbA1c στη διαγνωστική φαρέτρα για τη διάγνωση του προδιαβήτη. Τιμές HbA1c 5,7-6,4% θεωρούνται ενδεικτικές προδιαβήτη, σε εναρμόνιση με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.
• Διεύρυνση των ενδείξεων προσυμπτωματικού ελέγχου για ΣΔτ2, με αναφορά σε καταστάσεις αυξημένου κινδύνου όπως η μεταβολικά σχετιζόμενη λιπώδης νόσος του ήπατος (MASLD), η λοίμωξη από HIV, η περιοδοντική νόσος και η χρήση διαβητογόνων φαρμάκων.
• Επικαιροποίηση του κεφαλαίου για τη διάγνωση και ταξινόμηση του ΣΔ, με ενισχυμένη αναφορά στην ετερογένεια της νόσου και στις διαφορετικές μορφές διαβήτη, συμπεριλαμβανομένων των μονογονιδιακών μορφών (MODY) και του λανθάνοντος αυτοάνοσου διαβήτη των ενηλίκων (LADA), καθώς και στην πιθανότητα λανθασμένης αρχικής ταξινόμησης. Δίνεται έμφαση στη σύσταση για μέτρηση C-πεπτιδίου (τυχαίο δείγμα εντός 5 ωρών μεταγευματικά μετά από μικτό γεύμα) για την αποσαφήνιση της ύπαρξης ή όχι ΣΔτ1 σε περίπτωση αμφιβολιών για τον τύπο του ΣΔ (κυρίως σε ενήλικο άτομο με ΣΔ). Γενικά τιμές <0,6 ng/ml δείχνουν ύπαρξη ΣΔτ1.
• Ενισχυμένη αναφορά στα στάδια του προσυμπτωματικού ΣΔτ1, με περιγραφή της σταδιοποίησης της νόσου και του ρόλου των αυτοαντισωμάτων και των μεταβολικών δεικτών στην εκτίμηση κινδύνου. Η παρουσία δύο ή περισσοτέρων αυτοαντισωμάτων θεωρείται πλέον στάδιο του ΣΔτ1. Τα άτομα με δύο ή περισσότερα αυτοαντισώματα και φυσιολογικό μεταβολισμό της γλυκόζης χαρακτηρίζονται ως έχοντα ΣΔτ1 σταδίου 1 ενώ εκείνα με 2 ή περισσότερα αυτοαντισώματα και διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης ως έχοντα ΣΔτ1 σταδίου 2. Ο διά βίου κίνδυνος για τα άτομα αυτά είναι 100%. Δίδεται επίσης έμφαση στις δυνατότητες παρέμβασης σε άτομα υψηλού κινδύνου και στα προγράμματα πρόβλεψης και πρόληψης που εφαρμόζονται ήδη σε διάφορες χώρες. Η αναφορά στο teplizumab και στην έγκρισή του από τον ΕΜΑ ως θεραπεία που μπορεί να καθυστερήσει την κλινική εμφάνιση του ΣΔτ1 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες νέες προσθήκες της φετινής έκδοσης.
• Διεύρυνση της συνολικής αξιολόγησης του ατόμου με διαβήτη, με ενσωμάτωση νεότερων εργαλείων εκτίμησης καρδιαγγειακού κινδύνου. Προστίθεται πιο σύγχρονη προσέγγιση της καρδιαγγειακής διαστρωμάτωσης κινδύνου, με αναφορά στο SCORE2-Diabetes, στο επικαιροποιημένο HELLENIC SCORE II+ και, για τον ΣΔτ1, στο Steno Type 1 Risk Engine. Παράλληλα, ενισχύεται η σημασία της συστηματικής εκτίμησης καρδιακής ανεπάρκειας, χρόνιας νεφρικής νόσου και παραγόντων που τροποποιούν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Επιπλέον, η νέα έκδοση επεκτείνει αισθητά τον έλεγχο συννοσηροτήτων με συστάσεις για αξιολόγηση οστεοπόρωσης και κινδύνου κατάγματος με DXA και FRAX, για διερεύνηση MASLD/MASH και ηπατικής ίνωσης με FIB-4 και ελαστογραφία, καθώς και για προσυμπτωματικό έλεγχο σαρκοπενίας με SARC-F σε μεγαλύτερης ηλικίας άτομα με προδιαβήτη ή ΣΔτ2.
• Ενίσχυση του ρόλου της συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM) στην παρακολούθηση της γλυκαιμίας, με μεγαλύτερη ενσωμάτωση των δεικτών Time in Range (TIR), Time Below Range (TBR) και Time Above Range (TAR) στη θεραπευτική αξιολόγηση. Παρότι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό δείκτη αξιολόγησης της γλυκαιμικής ρύθμισης, επισημαίνεται σαφέστερα η ανάγκη χρήσης εναλλακτικών δεικτών, όπως η φρουκτοζαμίνη ή δεικτών από τη CGM, όταν η HbA1c είναι αναξιόπιστη. Οι οδηγίες του 2026 διατηρούν τον γενικό στόχο HbA1c <7%, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύουν πιο ξεκάθαρα την ανάγκη εξατομίκευσης με βάση τη διάρκεια της νόσου, τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας, τις συννοσηρότητες, το προσδόκιμο επιβίωσης και την επιβάρυνση του θεραπευτικού σχήματος.
• Επικαιροποίηση του κεφαλαίου για την τεχνολογία στον διαβήτη, με εκτενέστερη αναφορά στο Ambulatory Glucose Profile (AGP) και στα συστήματα integrated CGM, όχι μόνο στον ΣΔτ1 αλλά και σε επιλεγμένες ομάδες με ΣΔτ2, καθώς και στη διασύνδεσή της με αντλίες ινσουλίνης και αυτοματοποιημένα συστήματα χορήγησης ινσουλίνης. Τονίζεται ότι το υφιστάμενο και προτεινόμενο σύνολο οδηγιών και/ή προτύπων που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία Αξιολόγησης & Συμμόρφωσης για τα συστήματα ΣΚΓ στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή δεν παρέχουν ειδικά κριτήρια, ικανά να διασφαλίσουν ότι μια συσκευή έχει αξιολογηθεί επαρκώς ως προς την ασφάλεια, την απόδοση και το όφελος του πληθυσμού των ατόμων με διαβήτη για τον οποίο προορίζονται, και κατά συνέπεια οι συσκευές ΣΚΓ που κυκλοφορούν δεν έχουν όλες επαρκώς αξιολογηθεί.
• Ενίσχυση της σημασίας της μέτρησης κετονών στο αίμα, ιδίως σε καταστάσεις υπεργλυκαιμίας, οξείας νόσου ή κινδύνου ευγλυκαιμικής κετοξέωσης, καθώς και της προσδοκίας για μελλοντικά συστήματα συνεχούς καταγραφής που θα ενσωματώνουν και κετόνες.
• Αναθεώρηση του κεφαλαίου για την εκπαίδευση και υποστήριξη στην αυτοφροντίδα του διαβήτη. Οι οδηγίες του 2026 υιοθετούν ένα πιο σύγχρονο μοντέλο εκπαίδευσης, το οποίο βασίζεται στη συνεχή υποστήριξη του ατόμου με διαβήτη, στη χρήση ψηφιακών εργαλείων και εφαρμογών υγείας, καθώς και στην ενσωμάτωση της τηλεϊατρικής και των υβριδικών μοντέλων εκπαίδευσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και της συμμετοχικής λήψης αποφάσεων στη θεραπευτική διαδικασία.
• Επικαιροποίηση των συστάσεων για τους εμβολιασμούς σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, συμπεριλαμβανομένων νεότερων δεδομένων για τον εμβολιασμό έναντι της γρίπης, του πνευμονιόκοκκου, του έρπητα ζωστήρα, της COVID-19 και του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού (RSV), ο οποίος αναδεικνύεται πλέον πιο συστηματικά ως σημαντικό πεδίο πρόληψης σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ή υψηλού κινδύνου.
• Αναθεώρηση του κεφαλαίου για τη Διατροφή και τον Τρόπο Ζωής. Δόθηκε έμφαση στην υποστήριξη των ατόμων που πάσχουν από ΣΔ από διαιτολόγο-διατροφολόγο, για την καλύτερη κατανομή των μικρο- και μακρο-θρεπτικών συστατικών της τροφής, την αντιμετώπιση των γαστρεντερικών παρενεργειών των φαρμάκων (π.χ. GLP-1 αγωνιστών, αποφυγή κέτωσης σε χρήση SGLT2 αναστολέων), και βελτίωση της ποιότητας ζωής.
• Αναθεώρηση του κεφαλαίου για τη Φαρμακοθεραπεία και Διαχείριση του ΣΔτ2. Επικαιροποιήθηκαν οι αλγόριθμοι για τη χρήση των φαρμάκων στη θεραπεία του ΣΔτ2 με και χωρίς εγκατεστημένη ΑΣΚΑΝ και τονίστηκε τόσο η δυνατότητα χρήσης της τιρζεπατίδης (αν και δεν αποζημιώνεται από τον ΕΟΠΥΥ) όσο και η αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης GLP-1 αγωνιστών και DPP-4 αναστολέων, που μερικές φορές λανθασμένα χρησιμοποιούνται μαζί στην κλινική πράξη.
• Αναδιάρθρωση της θεματολογίας των ειδικών καταστάσεων, με αντικατάσταση του προηγούμενου κεφαλαίου για τη σχέση σακχαρώδη διαβήτη και χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ) από νέο κεφάλαιο που εξετάζει τη σχέση ΣΔ και ύπνου, αναδεικνύοντας τη σημασία των διαταραχών ύπνου και ιδιαίτερα της αποφρακτικής άπνοιας ύπνου στη μεταβολική ρύθμιση και στον καρδιομεταβολικό κίνδυνο.
• Αναθεώρηση του κεφαλαίου για την αρτηριακή υπέρταση. Έναρξη αντιυπερτασικής φαρμακευτικής αγωγής όταν η ΑΠ είναι ≥130/80 mm Hg με στόχο της ΣΑΠ σε άτομα <65 ετών <130 mm Hg αλλά όχι <120 mm Hg και της ΔΑΠ <80 mm Hg αλλά όχι <70 mm Hg. Σε ηλικιωμένα άτομα <85 ετών οι στόχοι είναι όπως στα νεότερα άτομα, όταν αυτά δεν είναι ευπαθή και σε άτομα >85 ετών συνιστάται έναρξη θεραπείας σε ΑΠ >140/90 mm Hg, με την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνεται χωρίς σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες στις ομάδες αυτές των ασθενών.
• Επικαιροποίηση του κεφαλαίου για τη χρόνια ηπατική νόσο και τον ΣΔ, συμπεριλαμβανομένων της διαγνωστικής προσπέλασης της λιπώδους νόσου του ήπατος και του προσυμπτωματικού ελέγχου – αλγόριθμου για τη διαστρωμάτωση του κινδύνου και πρόληψη της κίρρωσης σε άτομα με μεταβολικά σχετιζόμενη λιπώδη νόσο του ήπατος (MASLD). Ενήλικοι με ΣΔτ2 ή προδιαβήτη, ιδίως αυτοί με παχυσαρκία ή άλλους καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου ή εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, πρέπει να διερευνώνται προσυμπτωματικά με τη χρήση του FIB-4, ακόμη και αν έχουν φυσιολογικά ηπατικά ένζυμα, καθώς πολλοί ασθενείς με MASLD, μπορεί να έχουν προχωρημένη ίνωση και οι αμινοτρανσφεράσες να είναι εντός φυσιολογικών ορίων. Παράλληλα, δίδεται έμφαση στη διατροφική και φαρμακευτική αντιμετώπιση των ατόμων με MASLD, κάνοντας αναφορά σε νέες θεραπείες, που δεν κυκλοφορούν ακόμα στη χώρα μας.
Συνολικά, οι Κατευθυντήριες Οδηγίες της ΕΔΕ για το 2026 αντικατοπτρίζουν τις σύγχρονες εξελίξεις στη διαβητολογία και ενισχύουν την προσέγγιση της ολοκληρωμένης φροντίδας του ατόμου με σακχαρώδη διαβήτη. Η βασική κατεύθυνση των αναθεωρήσεων είναι η ενσωμάτωση της πρόληψης, της τεχνολογίας, της πολυπαραγοντικής διαχείρισης και της εξατομίκευσης της θεραπείας, με στόχο τη βελτίωση τόσο της μεταβολικής ρύθμισης όσο και της συνολικής υγείας και ποιότητας ζωής των ασθενών.
* Αρχειοθήκη: Οι προηγούμενες οδηγίες της ΕΔΕ (αρχείο από το 2019) ➥
Το παρόν άρθρο απευθύνεται μόνο σε επαγγελματίες υγείας.